{Γραφιστορίες} Ξετυλίγοντας τον μίτο της Αριάδνης: Λόγος για την κοστολόγηση



Ο πρώτος αλλά πολλές φορές και ο δυσκολότερος γρίφος που θα πρέπει ένας σχεδιαστής να λύσει είναι αυτός της κοστολόγησης γιατί «το επάγγελμά μας δεν είναι χόμπι» 


Γράφει η Αγγελική ΜΚ Αθανασιάδη 
Graphic Designer | aggeliki.mk@gmail.com


Η δημιουργία, σύμφωνα με τον Ρώσο πολιτικό και κοινωνικό φιλόσοφο Nikolai Alexandrovich Berdyaev, είναι η πορεία της ανυπαρξίας προς την ύπαρξη διά μέσου της ελευθερίας. Για έναν σχεδιαστή οπτικής επικοινωνίας, αυτή η ελευθερία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της δημιουργικότητάς του και είναι συνήθως η βασικότερη αιτία αλλά και η αφορμή για να πάρει τη μεγάλη απόφαση να περάσει το κατώφλι του ελευθέρου επαγγέλματος. Σίγουρα η ασφάλεια τού να δουλεύεις σε μια εταιρεία έχοντας ένα σταθερό ωράριο, έναν εξασφαλισμένο μισθό και την ευκαιρία να αποκτήσεις την πολυπόθητη εργασιακή εμπειρία να είναι πρωτίστης σημασίας για έναν σχεδιαστή όταν κάνει τα πρώτα του βήματα, όμως αργά ή γρήγορα θα βρεθεί κάποια στιγμή στο δίλημμα, θεωρητικό ή πρακτικό, να διαλέξει ανάμεσα στην άνεση του γραφείου της εταιρείας που τον πληρώνει και την πρόκληση του ελεύθερου επαγγέλματος.

Freelancer, λοιπόν, και ο πρώτος αλλά πολλές φορές και ο δυσκολότερος γρίφος που θα πρέπει ένας σχεδιαστής να λύσει είναι αυτός που αφορά την κοστολόγηση. Όπως πολύ σωστά έλεγε και ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης Γραφιστών Ελλάδος κ. Τζανέτος Πετροπουλέας, το επάγγελμά μας δεν είναι χόμπι. Είναι αλήθεια ότι πολλοί επιτυχημένοι σχεδιαστές έκαναν το χόμπι τους επάγγελμα αλλά από τη στιγμή που κάποιος διαβεί τη λεπτή αυτή διαχωριστική γραμμή που τα χωρίζει, δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή. Με την έννοια αυτή θα πρέπει ο κάθε επαγγελματίας σχεδιαστής να αντιμετωπίζει το αντικείμενο της εργασίας του με την πρέπουσα συνέπεια και σεβασμό. Σε τελική ανάλυση ο επαγγελματισμός που κάποιος θα επιδείξει είναι το διαβατήριό του προς την επιτυχία, επαγγελματική και συνεπώς οικονομική, κι αυτό έχει μεγάλη συνάφεια με το μοντέλο κοστολόγησης που θα ακολουθήσει.

Το πρώτο μοντέλο αφορά τον υπολογισμό του κόστους ανάλογα με τον χρόνο που θα πρέπει να αφιερώσει ο σχεδιαστής για την ολοκλήρωση της εργασίας που του έχει ανατεθεί, μεταφρασμένο σε ευρώ ανά ώρα, ενώ το δεύτερο έχει να κάνει με τον καθορισμό του κόστους ανάλογα με το είδος της εργασίας που θα επιτελέσει ο σχεδιαστής. Για παράδειγμα, στη δεύτερη περίπτωση το κόστος μπορεί να καθορίζεται από ένα πλήθος παραγόντων όπως είναι ο αριθμός των αρχικών προσχεδίων, το πλήθος των εφαρμογών, η επίβλεψη των εκτυπώσεων ή άλλων διαδικασιών παραγωγής, η συμβουλευτική σε θέματα ταυτότητας και οπτικής επικοινωνίας, τα δικαιώματα χρήσης, το είδος του πελάτη και πολλά άλλα τα οποία μπορεί να αφορούν αυτό που ο πελάτης αποκαλεί «ένα απλό λογότυπο». Σίγουρα όλες αυτές οι εργασίες απαιτούν χρόνο, αλλά μια απλή χρέωση με βάση την ώρα μοιάζει να αγνοεί την ιδιαίτερη φύση του επαγγέλματος του γραφίστα. Ας υποθέσουμε, χάριν παραδείγματος, ότι δυο εξίσου ταλαντούχοι σχεδιαστές, με την ίδια προϋπηρεσία στον χώρο, αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας την ίδια εργασία για τον ίδιο πελάτη και τελικά παράγουν αποτελέσματα της ίδιας ποιότητας και επιπέδου, χρεώνοντας το ίδιο ποσό ανά ώρα εργασίας τους. Αν και οι δυο ολοκλήρωσαν την εργασία τους εντός της προθεσμίας που τους είχε δοθεί και ο πρώτος χρειάστηκε 30 ώρες, ενώ ο δεύτερος 20 ώρες, τότε με βάση τη λογική της χρέωσης ανά ώρα ο δεύτερος σχεδιαστής θα πρέπει να πληρωθεί λιγότερο, κάτι που καταφανώς είναι άδικο και ουσιαστικά ακυρώνει τη σημασία της αποτελεσματικότητας και της παραγωγικότητας. Επί του πρακτέου, ένας καλός πελάτης δεν ενδιαφέρεται αν θα χρειαστούν 20 ή 30 ώρες για να ολοκληρωθεί ένα έργο παρά να γίνει η δουλειά του και να γίνει σωστά.

Τι συμβαίνει όμως στην περίπτωση που για ένα project προκύπτουν και απαιτούνται από τον πελάτη επιπλέον εργασίες και φυσικά σπατάλη εκ μέρους του σχεδιαστή περισσότερου χρόνου; Δεν θα πρέπει αυτός ο επιπλέον χρόνος να χρεωθεί αναλογικά; Στο σημείο αυτό κρύβεται η σημασία της σωστής προετοιμασίας και της εμπειρίας του σχεδιαστή, της ορθής αξιολόγησης όχι μόνο της αξιοπιστίας αλλά και της ψυχολογίας του πελάτη, της αποτελεσματικής επικοινωνίας με αυτόν, ο καθορισμός των απαιτήσεων και φυσικά η υπογραφή του αντίστοιχου συμβολαίου μέσα από το οποίο θα διασαφηνίζονται όλες οι παράμετροι και οι λεπτομέρειες της συνεργασίας των δύο μερών. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι πελάτες δεν γνωρίζουν όλες αυτές, τις βασικές για έναν επαγγελματία σχεδιαστή, παραμέτρους. Εκεί έγκειται και η χρησιμότητα του συμβολαίου, το οποίο δεν αποτελεί απλώς μια από κοινού δέσμευση, αλλά παράλληλα ενημερώνει και προστατεύει και τις δυο πλευρές από τυχόν παρανοήσεις και παρεξηγήσεις.

Μια πολύ σημαντική παράμετρος που δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να αμελείται αφορά την προκαταβολή που θα πρέπει να καθορίζεται με σαφήνεια πριν από την έναρξη κάθε εργασίας. Πολλοί σχεδιαστές αισθάνονται άβολα στο να ζητούν προκαταβολή για την εργασία τους, φοβούμενοι ότι κάτι τέτοιο μπορεί να αποθαρρύνει κάποιους πιθανούς πελάτες. Η εμπειρία έχει δείξει ότι όταν ένας πελάτης δεν αξιολογεί σωστά την αξία του επαγγέλματος ενός σχεδιαστή και είτε θέλει να τον εκμεταλλευτεί είτε ακόμα και να τον εξαπατήσει, έστω και αν έχει υπογράψει κάποιο συμβόλαιο, τότε συνήθως είναι απρόθυμος να καταβάλει προκαταβολή. Η αλήθεια είναι ότι τέτοιοι πελάτες αποτελούν παθητικό για έναν επαγγελματία και θα πρέπει με τον καιρό να είναι σε θέση να μπορεί να τους αναγνωρίσει και να τους αποφύγει, γλυτώνοντας τη χρονοβόρα και ψυχοφθόρο διαδικασία μιας δικαστικής διαμάχης.

Για να λειτουργήσει όμως σωστά η οποιαδήποτε χρέωση, είτε ανάλογα με το είδος της εργασίας, είτε ανάλογα με τον χρόνο, θα πρέπει πρωτίστως να καθοριστεί και να ληφθεί υπόψιν ένα ελάχιστο κόστος σε κάθε περίπτωση. Αυτό φυσικά αφορά έναν κώδικα δεοντολογίας, άτυπο ακόμα για την εγχώρια αγορά, που θα πρέπει να σέβεται κάθε επαγγελματίας. Κάθε νέος σχεδιαστής σίγουρα μπαίνει στον πειρασμό να μειώσει τις χρεώσεις του προκειμένου να προσελκύσει περισσότερους πελάτες, όμως μακροπρόθεσμα αυτή η τακτική ζημιώνει όχι μόνο τον ίδιο αλλά και τους σχεδιαστές που υπήρξαν πριν από αυτόν καθώς και αυτούς που θα ακολουθήσουν. Τελικά η αξία του ταλέντου, της γνώσης και της εργασίας ενός σχεδιαστή ευτελίζεται και αυτό έχει αρνητικές συνέπειες τόσο στον επαγγελματικό και οικονομικό τομέα όσο και στον κοινωνικό αλλά και προσωπικό τομέα.
Το επάγγελμα του σχεδιαστή οπτικής επικοινωνίας θα μπορούσαμε να πούμε ότι ισορροπεί ανάμεσα στο συναίσθημα και τη λογική. Η αίσθηση της πληρότητας και η χαρά της δημιουργίας τού κάτι από το τίποτα, σε συνδυασμό με την ικανοποίηση της ανταπόδοσης, ηθικής αλλά και οικονομικής. Η κοστολόγηση είναι στην περίπτωση του επαγγελματία σχεδιαστή ο αντίστοιχος μίτος της Αριάδνης που συνέδεσε, κατά μία ερμηνεία του μύθου, τον Θησέα, τον νου και τη λογική, με την αγαπημένη του Αριάδνη, το συναίσθημα και την ψυχή. Δεν αρκεί ο ήρωας απλά να εξουδετερώσει τον Μινώταυρο, πρέπει να μπορεί να ελευθερωθεί από τον Λαβύρινθο και να βρει τον δρόμο να γυρίσει πίσω.

Περισσότερες Γραφιστορίες μπορείτε να διαβάσετε στο makadcy.blogspot.com
{Γραφιστορίες} Ξετυλίγοντας τον μίτο της Αριάδνης: Λόγος για την κοστολόγηση {Γραφιστορίες} Ξετυλίγοντας τον μίτο της Αριάδνης: Λόγος για την κοστολόγηση Reviewed by Διονυσία Γιώργη on 1:38:00 μ.μ. Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

AdSense

Από το Blogger.